reference texts
reference texts

Greek Anthology 9.375

Original


ΑΔΗΛΟΝ
 
τίς ποτ’ ἀκηδέστως οἰνοτρόφον ὄμφακα Βάκχου
     ἀνήρ ἀμπελίνου κλήματος ἐξέταμεν,
χείλεα δὲ στυφθεὶς ἀπό μιν βάλεν, ὡς ἂν ὁδίταις
     εἴη νισσομένοις ἡμιδακὲς σκύβαλον;
εἴη οἱ Διόνυσος ἀνάρσιος, οἷα Λυκοῦργος                         
     ὅττι τιν’  αὐξομέναν ἔσβεσεν εὐφροσύναν·
τοῦδε γὰρ ἂν τάχα τις διὰ πώματος ἢ πρὸς ἀοιδὰς
     ἤλυθεν, ἢ γοεροῦ κάδεος ἔσχε λύσιν.

Translation in Greek


ΑΝΩΝΥΜΟΥ

Ποιος άντρας έκοψε κάποτε απερίσκεπτα από ένα κλήμα αμπέλου τα άγουρα σταφύλια του Διονύσου και σουφρώνοντας τα χείλη του λόγω της στυφής γεύσης τα έφτυσε από το στόμα του, λες και ήταν μισοκομμένο σκουπίδι για τους ταξιδιώτες που έρχονται; Μακάρι να είναι ο Διόνυσος εχθρός του, όπως ο Λυκούργος, αυτός έσβησε την αυξανόμενη χαρά. Γιατί κάποιος από αυτό το ποτό μπορεί να έφτασε γρήγορα στα τραγούδια ή να σταμάτησε τον γοερό θρήνο.

Translation in English


ANONYMOUS

What man thus carelessly plucked from the vinebranch the unripe grapes of Bacchus that nurse the wine, and when his lips were drawn up by the taste threw them away, half-chewed refuse for travellers to tread on? May Dionysus be his foe, because, like Lycurgus, he quenched good cheer in its growth. Haply by that drink had some man been moved to song, or found relief from plaintive grief.


Language : Ancient Greek

Text type: Epigram

Points of interest

Related
Myths

x
This site is using cookies to ensure that we give you the best experience on our website. If you continue by pressing the "Accept" button, we assume that you consent to receive all cookies on Mythotopia
Accept