κείμενα/αναφορές
κείμενα/αναφορές

Metamorphoses 6.576-619

Πρωτότυπο


Stamina barbarica suspendit callida tela
purpureasque notas filis intexuit albis,
indicium sceleris; perfectaque tradidit uni,
utque ferat dominae gestu rogat: illa rogata
pertulit ad Procnen, nec scit, quid tradat in illis.                      
Evolvit vestes saevi matrona tyranni
fortunaeque suae carmen miserabile legit
et (mirum potuisse) silet. Dolor ora repressit,
verbaque quaerenti satis indignantia linguae
defuerunt; nec flere vacat, sed fasque nefasque                       
confusura ruit, poenaeque in imagine tota est.
Tempus erat, quo sacra solent trieterica Bacchi
Sithoniae celebrare nurus: nox conscia sacris.
Nocte sonat Rhodope tinnitibus aeris acuti,
nocte sua est egressa domo regina deique                             
ritibus instruitur furialiaque accipit arma.
Vite caput tegitur, lateri cervina sinistro
vellera dependent, umero levis incubat hasta.
Concita per silvas turba comitante suarum
terribilis Procne furiisque agitata doloris,                                 
Bacche, tuas simulat. Venit ad stabula avia tandem
exululatque euhoeque sonat portasque refringit
germanamque rapit; raptaeque insignia Bacchi
induit et vultus hederarum frondibus abdit
attonitamque trahens intra sua moenia ducit.                        
Ut sensit tetigisse domum Philomela nefandam,
horruit infelix totoque expalluit ore.
Nacta locum Procne sacrorum pignora demit
oraque develat miserae pudibunda sororis
amplexumque petit. Sed non attollere contra                        
sustinet haec oculos, paelex sibi visa sororis,
deiectoque in humum vultu iurare volenti
testarique deos, per vim sibi dedecus illud
illatum, pro voce manus fuit. Ardet et iram
non capit ipsa suam Procne; fletumque sororis                       
corripiens “non est lacrimis hoc” inquit “agendum,
sed ferro, sed si quid habes, quod vincere ferrum
possit. In omne nefas ego me, germana, paravi.
Aut ego, cum facibus regalia tecta cremabo,
artificem mediis inmittam Terea flammis,                                 
aut linguam, aut oculos et quae tibi membra pudorem
abstulerunt, ferro rapiam, aut per vulnera mille
sontem animam expellam. Magnum quodcumque paravi:
quid sit, adhuc dubito.”

Μετάφραση στα Νέα Ελληνικά


Επιδέξια στημόνια κρεμάει σε βαρβαρικό αργαλειό και ύφανε πορφυρά σημάδια μαζί με λευκά νήματα, τη μαρτυρία του εγκλήματος. Όταν τελείωσε, το έδωσε στη μοναδική συνοδό της και την παρακάλεσε με νοήματα να το πάει στην κυρά της. Εκείνη το μετέφερε στην Πρόκνη, χωρίς να γνωρίζει τι της παραδίδει με αυτό. Η σύζυγος του άγριου τυράννου ξετυλίγει το ύφασμα και διαβάζει το αξιοθρήνητο ποίημα της συμφοράς της και σιωπά (θαύμα που το κατάφερε). Ο πόνος έκλεισε το στόμα της και η γλώσσα της δεν μπορούσε να βρει λόγια, για να εκφράσει την απελπισία της. Δεν έχει χρόνο για κλάματα, αλλά ορμάει, μπλέκοντας το σωστό και το λάθος, και έχει στο μυαλό της μόνο την τιμωρία. Ήταν η εποχή που οι γυναίκες της Θράκης γιόρταζαν κάθε δυο χρόνια την ιερή γιορτή του Βάκχου. Τη νύχτα η Ροδόπη ηχεί με τον οξύ κρότο των χάλκινων κυμβάλων. Τη νύχτα η βασίλισσα βγήκε από το παλάτι της, ντυμένη σύμφωνα με τις τελετές του θεού, και πήρε τα εορταστικά αντικείμενα. Το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με αμπελόφυλλα, από το αριστερό πλευρό της κρεμόταν δέρμα ελαφιού, στον ώμο της ακουμπούσε ένα ελαφρύ δόρυ. Ξεσηκωμένη και με το πλήθος των ακολούθων της να τη συνοδεύει μέσα στα δάση η τρομερή Πρόκνη, ξαναμμένη και από τη μανία του πόνου, μιμείται, Βάκχε, τις Μαινάδες σου. Φτάνει επιτέλους στην απόμερη καλύβα και ουρλιάζει και φωνάζει «εὐοῖ» και σπάζει τις πόρτες και αρπάζει την αδελφή της. Της φοράει τα εμβλήματα του Βάκχου και της καλύπτει το πρόσωπο με φύλλα κισσού και τραβώντας την τρομαγμένη την οδηγεί στο σπίτι της. Μόλις η Φιλομήλα κατάλαβε ότι είχε φτάσει σε εκείνο το καταραμένο σπίτι, τρόμαξε η δύστυχη και το πρόσωπό της ολόκληρο χλώμιασε. Όταν έφτασαν εκεί, η Πρόκνη της αφαίρεσε τα ιερά εμβλήματα και αποκάλυψε το ντροπιασμένο πρόσωπο της δύστυχης αδελφής της και την αγκάλιασε. Όμως εκείνη δεν αντέχει να σηκώσει τα μάτια της, νομίζοντας ότι είναι παλλακίδα της αδελφής της, και με πρόσωπο στραμμένο στο χώμα ήθελε να ορκιστεί και να επικαλεστεί για μάρτυρες τους θεούς ότι την είχε ντροπιάσει με τη βία· στη θέση της φωνής χρησιμοποιούσε τα χέρια της. Φλέγεται και δεν συγκρατεί την οργή της η Πρόκνη. Σταματώντας το κλάμα της αδελφής λέει: «Δεν είναι ώρα για δάκρυα αλλά για σπαθί ή αν έχεις κάτι άλλο που θα μπορούσε να νικήσει το σπαθί. Είμαι έτοιμη για κάθε έγκλημα, αδελφή μου. Είτε θα κάψω το βασιλικό ανάκτορο με δάδες και θα ρίξω μέσα στις φλόγες τον δράστη Τηρέα, είτε τη γλώσσα είτε τα μάτια και το μέλος που σου πήρε την παρθενιά θα κόψω με το σπαθί είτε με χίλιες πληγές θα του βγάλω την ένοχη ψυχή. Είμαι έτοιμη για κάτι μεγάλο. Τι είναι όμως αυτό, δεν ξέρω ακόμη.» 

Μετάφραση στα Αγγλικά


And now, the grief-distracted Philomela wove in a warp with purple marks and white, a story of the crime; and when 'twas done she gave it to her one attendant there and begged her by appropriate signs to take it secretly to Procne. She took the web, she carried it to Procne, with no thought of words or messages by art conveyed. The wife of that inhuman tyrant took the cloth, and after she unwrapped it saw and understood the mournful record sent. She pondered it in silence and her tongue could find no words to utter her despair; - her grief and frenzy were too great for tears. - In a mad rage her rapid mind confounded the right and wrong - intent upon revenge. Since it was now the time of festival, when all the Thracian matrons celebrate the rites of Bacchus - every third year thus - night then was in their secret; and at night the slopes of Rhodope resounded loud with clashing of shrill cymbals. So, at night the frantic queen of Tereus left her home and, clothed according to the well known rites of Bacchus, hurried to the wilderness. Her head was covered with the green vine leaves; and from her left side native deer skin hung; and on her shoulder rested a light spear. - so fashioned, the revengeful Procne rushed through the dark woods, attended by a host of screaming followers, and wild with rage, pretended it was Bacchus urged her forth. At last she reached the lonely building, where her sister, Philomela, was immured; and as she howled and shouted “Ee-woh-ee-e!”, she forced the massive doors; and having seized her sister, instantly concealed her face in ivy leaves, arrayed her in the trappings of Bacchanalian rites. When this was done, they rushed from there, demented, to the house where as the Queen of Tereus, Procne dwelt.When Philomela knew she had arrived at that accursed house, her countenance, though pale with grief, took on a ghastlier hue: and, wretched in her misery and fright, she shuddered in convulsions. - Procne took the symbols, Bacchanalian, from her then, and as she held her in a strict embrace unveiled her downcast head. But she refused to lift her eyes, and fixing her sad gaze on vacant space, she raised her hand, instead; as if in oath she called upon the Gods to witness truly she had done no wrong, but suffered a disgrace of violence. - Lo, Procne, wild with a consuming rage, cut short her sister's terror in these words, “This is no time for weeping! awful deeds demand a great revenge - take up the sword, and any weapon fiercer than its edge! My breast is hardened to the worst of crime make haste with me! together let us put this palace to the torch! Come, let us maim, the beastly Tereus with revenging iron, cut out his tongue, and quench his cruel eyes, and hurl and burn him writhing in the flames! Or, shall we pierce him with a grisly blade, and let his black soul issue from deep wounds a thousand. - Slaughter him with every death imagined in the misery of hate!”


Συγγραφέας: Οβίδιος

Γλώσσα : Λατινικά

Γραμματειακό είδος: Έπος

τοποθεσίες

Συνδεδεμένοι
μύθοι

x
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει την καλύτερη εμπειρία χρήσης. Θεωρούμε ότι αποδέχεστε την αποθήκευση όλων των cookies πατώντας το κουμπί "Αποδοχή"
Αποδοχή