Metamorphoses 6.424-460


Threicius Tereus haec auxiliaribus armis
fuderat et clarum vincendo nomen habebat.                     
Quem sibi Pandion opibusque virisque potentem
et genus a magno ducentem forte Gradivo
conubio Procnes iunxit. Non pronuba Iuno,
non Hymenaeus adest, non illi Gratia lecto.
Eumenides tenuere faces de funere raptas,                     
Eumenides stravere torum, tectoque profanus
incubuit bubo thalamique in culmine sedit.
Hac ave coniuncti Procne Tereusque, parentes
hac ave sunt facti. Gratata est scilicet illis
Thracia, disque ipsi grates egere diemque,                    
quaque data est claro Pandione nata tyranno,
quaque erat ortus Itys, festum iussere vocari.
Usque adeo latet utilitas. Iam tempora Titan
quinque per autumnos repetiti duxerat anni,
cum blandita viro Procne “si gratia” dixit                   
“ulla mea est, vel me visendam mitte sorori,
vel soror huc veniat! redituram tempore parvo
promittes socero: magni mihi muneris instar
germanam vidisse dabis.” Iubet ille carinas
in freta deduci veloque et remige portus                      
Cecropios intrat Piraeaque litora tangit.
Ut primum soceri data copia, dextera dextrae
iungitur, et fausto committitur omine sermo.
Coeperat adventus causam, mandata referre
coniugis et celeres missae spondere recursus:             
ecce venit magno dives Philomela paratu,
divitior forma: quales audire solemus
naidas et dryadas mediis incedere silvis,
si modo des illis cultus similesque paratus.
Non secus exarsit conspecta virgine Tereus,              
quam siquis canis ignem supponat aristis,
aut frondem positasque cremet faenilibus herbas.
Digna quidem facies: sed et hunc innata libido
exstimulat, pronumque genus regionibus illis
in venerem est: flagrat vitio gentisque suoque.            

Μετάφραση στα Νέα Ελληνικά

Ο θρακιώτης Τηρέας με τα στρατεύματά του βοήθησε την Αθήνα και σκόρπισε τους βαρβάρους και με τη νίκη του απέκτησε ένδοξο όνομα. Επειδή ήταν δυνατός σε πλούτη και άνδρες και καταγόταν από τον ισχυρό Άρη, ο Πανδίωνας, βασιλιάς των Αθηνών, του έδωσε για νύφη την Πρόκνη. Ούτε η Ήρα, η προστάτιδα του γάμου, παρευρέθηκε, ούτε ο Υμέναιος ούτε οι Χάριτες. Οι Ερινύες κράτησαν δάδες που τις άρπαξαν από νεκρικές πυρές, οι Ερινύες έστρωσαν το γαμήλιο κρεβάτι και μια δυσοίωνη κουκουβάγια πέταξε και στάθηκε πάνω από τον νυφιάτικο θάλαμο. Με τέτοιους οιωνούς παντρεύτηκαν ο Τηρέας και η Πρόκνη, με τέτοιους οιωνούς έγιναν γονείς. Όλη η Θράκη χάρηκε μαζί τους και οι ίδιοι ευχαρίστησαν τους θεούς και την ημέρα κατά την οποία η κόρη του Πανδίωνα δόθηκε στον ξακουστό τύραννο και την ημέρα κατά την οποία γεννήθηκε ο Ίτυς όρισαν να θεωρείται εορταστική. Μέχρι εκείνη τη στιγμή κρύβονταν τα μελλούμενα. Ήδη ο Τιτάνας Ήλιος είχε διανύσει πέντε φθινόπωρα, καθώς τα χρόνια γρήγορα περνούσαν, όταν, με καλοπιάσματα η Πρόκνη είπε αυτά τα λόγια στον άνδρα της: «Αν με νοιάζεσαι καθόλου, ή στείλε με να επισκεφτώ την αγαπημένη μου αδελφή ή να έρθει εκείνη εδώ! Να υποσχεθείς στον πεθερό σου ότι εκείνη θα επιστρέψει σύντομα. Το να δω την αδελφή μου θα είναι για μένα μεγάλο δώρο από σένα.» Αμέσως εκείνος διατάζει να βγουν στη θάλασσα τα καράβια του και με πανιά και κουπιά μπαίνει στο λιμάνι του Κέκροπα και φτάνει στην ακτή του Πειραιά. Αμέσως μόλις είδε τον πεθερό του, έδωσαν τα χέρια και με καλό οιωνό αρχίζουν να μιλάνε. Άρχισε ο Τηρέας να μιλάει για τον λόγο του ερχομού του, να αναφέρει τα παραγγέλματα της γυναίκας του και να υπόσχεται τη γρήγορη επιστροφή της Φιλομήλας. Να, εμφανίζεται η Φιλομήλα, πλούσια με τα πανάκριβα ρούχα της, ακόμα πιο πλούσια σε ομορφιά, όπως ακριβώς ακούμε συνήθως ότι οι Ναϊάδες και οι Δρυάδες βαδίζουν στα δάση, αρκεί μόνο να τους δώσεις τέτοια λούσα και φορέματα. Όπως κάποιος βάζει φωτιά στα ξανθά στάχια ή καίει ξερά φύλλα και δεμάτια με χόρτα, έτσι ακριβώς ο Τηρέας πήρε φωτιά, όταν αντίκρισε την κοπέλα. Η ομορφιά της, βέβαια, ήταν άξια. Αλλά αυτόν η έμφυτη λαγνεία τον ερεθίζει και οι άνθρωποι σ’ εκείνα τα μέρη είναι επιρρεπείς στον έρωτα. Φλέγεται από το δικό του ψεγάδι και από το ψεγάδι της γενιάς του.

Μετάφραση στα Αγγλικά

Now Tereus, then the mighty king of Thrace, came to the aid of Athens as defense from that fierce horde; and there by his great deeds achieved a glorious fame. Since his descent was boasted from the mighty Gradivus, and he was gifted with enormous wealth, Pandion, king of Athens, gave to him in sacred wedlock his dear daughter, Procne. But Juno, guardian of the sacred rites attended not, nor Hymenaeus, nor the Graces. But the Furies snatched up brands from burning funeral pyres, and brandished them as torches. They prepared the nuptial couch, - a boding owl flew over the bride's room, and then sat silently upon the roof. With such bad omens Tereus married her, sad Procne, and those omens cast a gloom on all the household till the fateful birth of their first born. All Thrace went wild with joy - and even they, rejoicing, blessed the Gods, when he, the little Itys, saw the light; and they ordained each year their wedding day, and every year the birthday of their child, should be observed with festival and song: so the sad veil of fate conceals from us our future woes. Now Titan had drawn forth the changing seasons through five autumns, when, in gentle accents, Procne spoke these words: 'My dearest husband, if you love me, let me visit my dear sister, or consent that she may come to us and promise her that she may soon return. If you will but permit me to enjoy her company my heart will bless you as I bless the Gods.' At once the monarch ordered his long ships to launch upon the sea; and driven by sail, and hastened by the swiftly sweeping oars, they entered the deep port of Athens, where he made fair landing on the fortified Piraeus. There, when time was opportune to greet his father-in-law and shake his hand, they both exchanged their wishes for good health, and Tereus told the reason why he came. He was relating all his wife's desire. Promising Philomela's safe return from a brief visit, when Philomela appeared rich in her costly raiment, yet more rich in charm and beauty, just as if a fair Dryad or Naiad should be so attired, appearing radiant, from dark solitudes. As if someone should kindle whitening corn or the dry leaves, or hay piled in a stack; so Tereus, when he saw the beautiful and blushing virgin, was consumed with love. Her modest beauty was a worthy cause of worthy love; but by his heritage, derived from a debasing clime, his love was base; and fires unholy burned within from his own lawless nature, just as fierce as are the habits of his evil race.

Συγγραφέας: Οβίδιος

Γλώσσα : Λατινικά

Γραμματειακό είδος: Έπος



Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει την καλύτερη εμπειρία χρήσης. Θεωρούμε ότι αποδέχεστε την αποθήκευση όλων των cookies πατώντας το κουμπί "Αποδοχή"