κείμενα/αναφορές
κείμενα/αναφορές

Οδύσσεια 9.196-211

Πρωτότυπο


βῆν: ἀτὰρ αἴγεον ἀσκὸν ἔχον μέλανος οἴνοιο
ἡδέος, ὅν μοι ἔδωκε Μάρων, Εὐάνθεος υἱός,
ἱρεὺς Ἀπόλλωνος, ὃς Ἴσμαρον ἀμφιβεβήκει,
οὕνεκά μιν σὺν παιδὶ περισχόμεθ᾽ ἠδὲ γυναικὶ
ἁζόμενοι: ᾤκει γὰρ ἐν ἄλσεϊ δενδρήεντι                                           
Φοίβου Ἀπόλλωνος. ὁ δέ μοι πόρεν ἀγλαὰ δῶρα:
χρυσοῦ μέν μοι ἔδωκ᾽ ἐυεργέος ἑπτὰ τάλαντα,
δῶκε δέ μοι κρητῆρα πανάργυρον, αὐτὰρ ἔπειτα
οἶνον ἐν ἀμφιφορεῦσι δυώδεκα πᾶσιν ἀφύσσας
ἡδὺν ἀκηράσιον, θεῖον ποτόν: οὐδέ τις αὐτὸν                               
ἠείδη δμώων οὐδ᾽ ἀμφιπόλων ἐνὶ οἴκῳ,
ἀλλ᾽ αὐτὸς ἄλοχός τε φίλη ταμίη τε μί᾽ οἴη.
Τὸν δ᾽ ὅτε πίνοιεν μελιηδέα οἶνον ἐρυθρόν,
ἓν δέπας ἐμπλήσας ὕδατος ἀνὰ εἴκοσι μέτρα
χεῦ᾽, ὀδμὴ δ᾽ ἡδεῖα ἀπὸ κρητῆρος ὀδώδει                                  
θεσπεσίη: τότ᾽ ἂν οὔ τοι ἀποσχέσθαι φίλον ἦεν

Μετάφραση στα Νέα Ελληνικά


Πήγα, έχοντας μαζί μου ένα κατσικίσιο ασκί με μαύρο γλυκό κρασί, το οποίο μου έδωσε ο Μάρωνας, ο γιος του Ευανθέα, ιερέας του Απόλλωνα, ο οποίος περιβάλλει από ψηλά την Ίσμαρο, εξαιτίας του ότι από σεβασμό τούς προστατεύσαμε με τη γυναίκα και το παιδί του, καθώς ζούσε στο γεμάτο δέντρα άλσος του Φοίβου Απόλλωνα. Αυτός μου έδωσε υπέροχα δώρα: μου έδωσε επτά τάλαντα από καλά επεξεργασμένο χρυσάφι, έναν κρατήρα καθαρά ασημένιο και έπειτα ακόμη μου έδωσε κρασί σε δώδεκα αμφορείς, γλυκό κρασί όχι αραιωμένο, θεϊκό ποτό· κανείς δεν γνώριζε ότι το κρασί αυτό βρισκόταν στο σπίτι, ούτε δούλος του σπιτιού ούτε υπηρέτρια, εκτός από τον ίδιο, την αγαπημένη του γυναίκα και μια υπηρέτρια. Κάθε φορά που έπιναν αυτό το μελένιο κόκκινο κρασί, γέμιζε μια κούπα και την έριχνε σε είκοσι μέρη νερού, και τότε ευωδίαζε θεσπέσιο άρωμα από τον κρατήρα και κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί.

Μετάφραση στα Αγγλικά


But I had a goatskin bag of sweet black wine,  that Maron, Euantheus' son, a priest of Apollo, who straddles Ismarus, had given me because out of respect we protected him, with his wife and child, for he lived in a wooded grove of Phoebus Apollo. He gave me splendid gifts. He gave me seven talents of well-worked gold, gave me a solid silver mixing bowl, and then, into double-handled jars, twelve in all, he drew sweet unmixed wine, a drink divine. None of the slaves or handmaids in his house, but only he, his wife, and one housekeeper, knew it. Whenever they would drink that honey-sweet red wine, he'd fill a goblet full with twenty measures of water and pour it in, then a sweet smell would spread from the mixing bowl, a marvelous smell, and it would please no one to abstain.


Συγγραφέας: Όμηρος

Γλώσσα : Αρχαία Ελληνικά

Γραμματειακό είδος: Έπος

x
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει την καλύτερη εμπειρία χρήσης. Θεωρούμε ότι αποδέχεστε την αποθήκευση όλων των cookies πατώντας το κουμπί "Αποδοχή"
Αποδοχή